διακωλυτής

διακωλ-ῡτής, οῦ, ,
A a hinderer, Hdt.6.56, Pl. Phdr.240a.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διακωλυτής — διακωλῡτής , διακωλυτής a hinderer masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακωλυτάς — διακωλῡτά̱ς , διακωλυτής a hinderer masc acc pl διακωλῡτά̱ς , διακωλυτής a hinderer masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακωλυταί — διακωλῡταί , διακωλυτής a hinderer masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακωλυτήν — διακωλῡτήν , διακωλυτής a hinderer masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.